Facebook Twitter

Kazantzakis traduït per Joan Sales

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ

Είχε σκοτεινιάσει πιά, τα νυχτοπουλιά, ερωτεμένα και πεινασμένα, άρχισαν να φωνάζουν. Πάνω στον ουρανό τα πρώτα άστρα, τα πιο μεγάλα, κρεμάστηκαν.
Να σκοτεινιάσει ακόμα πιο πολύ, να μην με δούνε στο χωριό συλλογίζουνταν ο Μανολιός και κατέβαινε αργά το γαγλωτό μονοπάτι. Κατέβαινε, κι' έκλωθε στο νου του τι λόγια να βρει και πως να της μιλήσει, για να μπορέσει να φτάσει ίσαμε την καρδιά της ο λόγος του θεού. Θα χτυπήσω την πόρτα, ανάδευε στο νου του, θα'ρθει να μου ανοίξει... Θα ξαφνιστεί ως θα με δει, θα σφαλήξει την πόρτα και θα μπούμε μέσα... Την αυλή την είχε δει, δεν τη φοβόταν, τις γαρουφαλιές, τα βασιλικά, το πηγάδι... Μα μέσα; Ο Μανολιός τρόμαξε. Στάθηκε να πάρει ανάσα. "Εκεί μέσα θα'ναι το κρεβάτι... συλλογίστηκε.
Ο νους του θόλωσε. Δεν ήξερε πια τι να της πει, μήτε γιατί κατέβηκε τέτοια ώρα, νύχτα, από το βουνό και χτύπησε την πόρτα της. Και αυτή θα τον έβλεπε να κοκκινίζει και να τα χάνει και θα την έπαιρναν τα γέλια. Βρε Μανολιό, θα του'λεγε, ήρθες και δεν κατέχεις κι' ο ίδιος γιατί ήρθες. Μην είδες κανένα όνειρο και συ; Σε ονείρεψε ο πειρασμός, Μανολιό μου, για μπας η Παρθένα Μαρία; Για μπας και σ' ονείρεψαν κι οι δυο -γίνεται κι αυτό, Μανολιό μου- κι ήρθες, και στην αρχή θα μου μιλάς για το Θεό και την Παράδεισο, κι ύστερα, αγάλια αγάλια, χωρίς και συ να το καταλάβεις, Μανολιό μου, χωρίς κι εγώ η κακομοίρα να το καταλάβω , θα βρεθούμε σφιχταγκαλιασμένοι κι οι δυο στο κρεβάτι... 'Αντρας είσαι, μαθές, γυναίκα είμαι, έτσι μας έκαμε ο Θεός, τι φταίμε εμείς; σαν είμαστε ο ένας κοντά στον άλλο, να μας πιάνει ζάλη, να τα χάνουμε και ν'ανοίγουμε τα χέρια και τα πόδια και να σμίγουμε...
Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του Μανολιού. Βούιξαν στο νου του τα λόγια αυτά τα ξεδιάντροπα, τα'κουγε κατακάθαρα να του τα λέει η χήρα και να γελάει και να ζυγώνει... 'Ενοιωθε κιόλα την αναπνοή της, μύριζε μαστίχα και γαρούφαλο, κι από το ανοιγμένο μπολκάκι της ανέβαινε η μυρουδιά του κορμιού της ζεστή, ανακατεμένη με ιδρώτα και μοσκοκάρυδο...
Κουράστηκε απότομα, τα γόνατά του λύγισαν, κουκούβισε σε μια πέτρα.
Ποιος μίλησε μέσα μου; αναρωτήθηκε τρομαγμένος. Ποιος γέλασε; Ποιο'ταν το γόνατο που με άγγιξε και κόπηκαν τα γόνατά μου; Είχε αληθινά ακούσει μέσα του τα λόγια αυτά και τα γέλια της χήρας -και τ'αρθούνια του ήταν ακόμα ζεστά από τη μυρωδιά της.
-Θεέ μου, βοήθεια! έσυρε φωνή και σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό.
Μα του φάνηκε πολύ ψηλά απόψε ο ουρανός, πολύ μακριά από τον άνθρωπο, βουβός, αδιάφορος, μήτε φίλος μήτε εχτρός, και τρόμαξε. Τ'άστρα τον κοίταζαν, κι η καρδιά του Μανολιού πάγωσε. Κάποτε, στις χειμωνιάτικες νύχτες, έβλεπε γύρα από το μαντρί, ανάμεσα από τα χιονισμένα κλαριά, τα μάτια του λύκου, ασάλευτα, κίτρινα. όλο μίσος. Τέτοια του φάνηκαν απόψε τ' αστέρια.
Κι η θύμηση της χήρας χύθηκε πάλι στο νου του σα μέλι. Μέσα στην παγωνιά και την έχτρητα του κόσμου, παρηγοριά μεγάλη. Τώρα πια δε μιλούσε, δε γελούσε, σπαρτάριζε ξαπλωμένη στο φαρδύ της κρεβάτι και γουργούριζε, όλο ευγνωμοσύνη και παράπονο, σαν περιστέρα.
'Εφραξε τ' αυτιά του ο Μανολιός να μην ακούει, σβούριξε το μυαλό του, οι φλέβες του λαιμού του φούσκωσαν. 'Ενιωσε πάλι το αίμα του ν' ανεβαίνει, αγριεμένο, στο κεφάλι του. Τα μελίγγια του χτυπούσαν δυνατά, τα ματόφυλλά του βάρυναν, κι όλο το πρόσωπό του μερμίδισε. Θαρρείς και πέσαν στα μάγουλά του, στο πηγούνι, στο μέτωπο, και τσιμπούσαν κι έτρωγαν τη σάρκα του χιλιάδες μερμήγκια.

Nikos Kazantzakis, ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Ν. Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Αθήνα, Δίφρος, 1954.
Nikos Kazantzakis
Cercador d’autors
A-B-C-D - E-F-G - H - I
J - K - L - M - N - O - P - Q - R
S-T-U-V-W-X-Y-Z
Amb el suport de: